Καθὼς λοιπὸν εἶχαν συνήθεια νὰ συγκεντρώνονται ὅλοι (οἱ μοναχοί) κάθε βράδυ σ᾿ ἕνα σημεῖο τῆς μονῆς καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὴ διδαχὴ τοῦ μεγάλου (Παχωμίου), (κάποια φορά), ὅταν ὅλοι εἶχαν μαζευτεῖ γι᾿ αὐτό, προστάζει ἐκεῖνος τὸ Θεόδωρο - νέον, ὅπως εἴπαμε, ὄχι πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρονῶν - νὰ κηρύξει στοὺς ἀδελφοὺς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὸς ἀμέσως, χωρὶς καμιὰ ἀντιλογία ἢ παρακοή, ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ τοὺς εἶπε πολλὰ ὠφέλιμα.(Περισσότερα...)
Λογικό είναι να πει κανείς ότι ο θάνατος του Σωκράτη φέρει τη σφραγίδα της αταξίας, του αίματος, της λύσσας και της προδοσίας. Όμως ό θάνατος του Σωκράτη δεν θα μπορούσε να είναι πιο ήρεμος και αξιοπρεπής. Του Χρίστου ο θάνατος, αντίθετα, φέρει ολόκληρη τη σφραγίδα της τραγωδίας, της αηδίας και τής φρικαλεότητας. Ο Σωκράτης πεθαίνει ήρεμος, περιστοιχισμένος από μαθητές πιστούς και προσεκτικούς, που ρουφούν τα λόγια του, την ώρα πού ο ίδιος —ατάραχος και λαμπερός— πίνει το ανώδυνο δηλητήριο που του προσφέρει ο δεσμοφύλακας. Εγκαταλελειμμένος και προδομένος από τους δικούς του, ο Χριστός σφαδάζει πάνω στο σταυρό, διψασμένος και χλευασμένος. Ο Σωκράτης πεθαίνει σαν κύριος, ο Χριστός σαν παλιάνθρωπος ανάμεσα σε δύο ληστές. Ο Σωκράτης ευχαριστεί τούς Θεούς γιατί γλιτώνει από τα βάσανα του υλικού αυτού κόσμου, ό Χριστός αναφωνεί: «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»...(Διαβάστε όλο το κείμενο).jpg)