Καταφύγιο Ιδεών
Επιτέλους, όταν στην πολιτική ή στον κοινωνικό μας βίο υποκαθιστούμε την πραγματικότητα με συλλογισμούς και ιδέες, κι όταν εκεί – στην πολιτική ή στην οικονομία – μεταθέτουμε όλο το νόημα της ύπαρξης και της ζωής, μπορεί ίσως η ιδεοληψία μας να λειτουργήσει σαν ηδονικό αφιόνι και να μας δώσει το ψυχολογικό για να αντέξουμε διωγμούς, φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια, ακόμα καν να σταθούμε σαν παλικάρια μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, με περηφάνια για τις ιδέες μας. Μα όταν το πρόβλημά μας είναι αλλού, όταν το πραγματικό δεν το βρίσκουμε στον παραλογισμό του εφήμερου, της φθοράς, της ανωνυμίας των δισεκατομμυρίων που προηγήθηκαν και αυτών που ακολουθήσουν, όταν εκείνο που διψάμε είναι ένα <<σημείο>> ζωής προσωπικής, επώνυμης και ταυτόχρονα καθολικής, <<σημείο>> σταθερό μέσα στην ατέρμονη ροή του χρόνου – the still point of the turning world – κι όταν το <<σημείο>> έχει δοθεί, όμως εμείς το κάνουμε ιδέα, κοσμοθεωρία, ηθική, <<χριστιανισμό>> – ποιος μπορεί να προσμετρήσει τις συνέπειες. Σπούδασα μια ζωή τη θεολογία και τη φιλοσοφία, παθιάστηκα με την σύγχρονη φυσική και την κοσμολογία, διάβασα πολλή ψυχολογία και πολλή Ιστορία. Κι όλα αυτά ψάχνοντας το ένα και μοναδικό αίνιγμα που με βασανίζει: της ύπαρξης που μπορεί να ερωτεύεται αέναα και να μην πεθαίνει.
Βρήκα την πληρέστερη απάντηση στους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας – τη μεγαλοφυέστερη ως τώρα ανακάλυψη. Μα η αίσθηση της βεβαιότητας ότι μία μέρα όχι πολύ μακρινή το κορμί μου θα λιώσει στο χώμα, αυτό το κορμί με την ανατριχίλα των αισθήσεων του και το ξουράφι του μυαλού, το κορμί που μόνο με αυτό χαίρομαι την ομορφιά του κόσμου, ταξιδεύω στα μήκη και τα πλάτη της γης χαμογελώ στους διπλανούς μου, μιλάω, ακούω μουσική και κάνω έρωτα – η αίσθηση πως το κορμί μου είναι προορισμένο γίνει λάσπη, δεν ισοφαρίζεται ούτε και με τις γνώσεις της πατερικής θεολογίας, ούτε βέβαια με τον ίλιγγο των πληροφοριών της αστροφυσικής ή των συμπερασμάτων της ψυχανάλυσης που υποχρεώνουν τον νου να ψηλαφίσει μιαν Υπέρτατη υπαρκτική ή αιτιώδη Αρχή. Εδώ και εκατομμύρια χρόνια, στην κάθε διαδοχική στιγμή πεθαίνουν πάνω στη γη κάποιες χιλιάδες ανθρώπων, και ο δικός μου θάνατος θα είναι ένας ακόμα κόκκος στην άμμο των αμέτρητων θανάτων που συντηρούν την ατέρμονη κλεψύδρα. Μέσα σε αυτή τη ροή που παρασέρνει τον βίο μου όλο και πιο κοντά στο αναπότρεπτο τέλος, καμιά ιδεολογία και καμιά γνώση ή επιστήμη δεν μου φωτίζει ένα στήριγμα να κρατηθώ, να μη βουτήξω κατακέφαλα στη δίνη του παραλόγου – όσο για τα προγράμματα κοινωνικού μετασχηματισμού και το διαλεκτικό προτσές της Ιστορίας, γι’ αυτά που καγχάζω δίχως τύψεις εγώ ο μελλοθάνατος.
Εκεί που σταματώ είναι μόνο ένα όνομα. Όχι ιδέα ή έννοια, αλλά μόνο όνομα – <<σημείο>> ζωής προσωπικής, επώνυμης και ταυτόχρονα καθολικής: το όνομα Χριστός Ιησούς. Στα όρια της προσωπικής αναφοράς που επισημαίνει, οι ιδέες ξευτιλίζονται, το αίνιγμα του έρωτα και του θανάτου παύει να με περιμένει σαν Σφίγγα στο σταυροδρόμι. Και κάθε λόγος πέρα από αυτό το όνομα μοιάζει περιττός.
Γράφω αυτό το βιβλίο μόνο για να επισημάνω έναν λαθεμένο δρόμο. Τον δρόμο που κάνει τον Χριστό ιδέα, έννοια, δόγμα, ηθική, κοινωνικό πρόγραμμα, κι έτσι μας οδηγεί μακριά από τη σωτηριώδη συνάντηση με το Πρόσωπό του – τον δρόμο της ιδεολογίας.
Πηγή: Χρήστος Γιανναράς
