Η θεολογία και το πανεπιστήμιο
Στο υπόβαθρο του εκπαιδευτικού ιδεώδους της εποχής δέσποζε η αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στον πρακτικό και τον θεωρητικό βίο. Ο πρακτικός βίος είναι εκείνος της εργασίας, της πολιτικής, της οικονομίας κλπ. Ο θεωρητικός βίος εστιάζει στην ορθή θέαση των πραγμάτων. Αντίστοιχα, η πρακτική γνώση αποβλέπει στην άσκηση πρακτικών, επαγγελματικών κλπ. δραστηριοτήτων, ενώ η θεωρία αποσκοπεί στη γνώση των πραγμάτων και τελικά του Θεού. Η πρώτη σχετίζεται με τη λογική και τη φρόνηση. Η δεύτερη με τον νου και τη σοφία. Η πρακτική παιδεία παρέχεται χάριν ενός σκοπού, λ.χ. την επίλυση ενός προβλήματος ή την άσκηση επαγγέλματος. Η θεωρητική παιδεία υπάρχει χάριν της γνώσης καθαυτήν και αποτελεί αυταξία.
Η παιδεία στην ύψιστη μορφή της συνδέεται με τον θεωρητικό βίο, που προϋποθέτει την απόσυρση από τον πρακτικό. Γι’ αυτό άλλωστε και το μεσαιωνικό πανεπιστήμιο κατανοούνταν ως schola, από την ελληνική λέξη ‘σχολή’, που σημαίνει τη διακοπή των καθημερινών βιοτικών δραστηριοτήτων (ακόμα και σήμερα, όταν τελειώνει το εργασιακό μας ωράριο λέμε ότι ‘σχόλασα’, και επίσης αναφερόμαστε σε πανεπιστημιακές σχολές). Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο πρακτικός βίος υπήρχε χάριν του θεωρητικού: ‘ἀσχολούμεθα γὰρ ἵνα σχολάζωμεν’. Αντίστοιχα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος δήλωνε ότι ‘ἐμοὶ δὲ μεγίστη πρᾶξις ἐστίν ἡ ἀπραξία’. Η σχολή ως ενασχόληση με τη γνώση της δημιουργίας και τελικά του Θεού καταξίωνε και ολοκλήρωνε τον άνθρωπο ως άνθρωπο, πέρα από τις πρακτικές, βιολογικές του διαστάσεις και ανάγκες.
Το σύγχρονο φρόνημα και μοντέλο ζωής έχει ανατρέψει αυτή την ιεραρχία. Δεν προέχει πια η ‘σχολή’ αλλά η εργασία. Η διακοπή της εργασίας συχνά θεωρείται αναπόφευκτη παρενέργεια, σκοπός της οποίας είναι η ανάκτηση των απαιτούμενων δυνάμεων για τη συνέχισή της. Αλλά και η ‘σχολή’ δεν έχει συνήθως τον χαρακτήρα της αφοσίωσης στη ‘θεωρία’ της αλήθειας αλλά στην ξεκούραση ή τη διασκέδαση (ας αναλογιστούμε πώς ο σύγχρονος άνθρωπος ‘αξιοποιεί’ τις καθιερωμένες θρησκευτικές αργίες). Η ‘φυσική θεωρία’, η πνευματική δηλαδή γνώση του κόσμου και τελικά του Θεού, που χαρακτήριζε τη βυζαντινή και μεσαιωνική παράδοση, μάς είναι ενπολλοίς ξένη ακόμα και ως ιδέα. Αντίστοιχα, οι λεγόμενες ‘ελευθέριες’ τέχνες (liberal arts), σε αντίθεση με τις υποταγμένες σε πρακτικούς σκοπούς (servile arts), συνήθως δεν αποτελούν προτεραιότητα.
Επιπλέον, στους νεότερους χρόνους το πανεπιστήμιο άρχισε να κατανοείται όχι πια με όρους ‘σχολής’ αλλά με όρους διανοητικής ‘εργασίας’. Ο λόγος απέκτησε πρωτοκαθεδρία έναντι του νου, η πράξη έναντι της θεωρίας, και η εργασία έναντι της ‘σχολής’. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο, από χώροι ‘σχολής’ χάριν της αλήθειας, άρχισαν να γίνονται χώροι πνευματικής ‘εργασίας’, με απώτερο σκοπό την απόκτηση δεξιοτήτων για την άσκηση επαγγέλματος. Το χρήσιμο κατέστη σημαντικότερο από το αληθινό. Σ’ αυτό οφείλεται και η σύγχρονη κρίση των ανθρωπιστικών επιστημών. Σε ένα πολιτισμό όπου όλα τείνουν να αξιολογούνται με κριτήριο την παραγωγή, την οικονομία, και την αύξηση του ΑΕΠ, επιστήμες όπως η φιλοσοφία ή η θεολογία μετακινούνται από το κέντρο στο περιθώριο. Οι θεολογικές σχολές, που από τα χρόνια του μεσαίωνα μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα θεωρούνταν ως οι σημαντικότερες, έχουν υποβαθμιστεί, ενώ το σχολικό μάθημα των θρησκευτικών εκλαμβάνεται ως δευτερεύον, αν όχι άχρηστο – χωρίς να γίνεται αντιληπτό ότι αυτός ο χαρακτηρισμός (‘άχρηστο’) αποτελεί στην πραγματικότητα έπαινό του.
Έχουμε, ωστόσο, ανάγκη να επανεύρουμε την αξία της σχολής που εξανθρωπίζει και της θεωρίας που μεταμορφώνει. Χρειαζόμαστε μαθήματα και σχολές που θα είναι από πρακτική άποψη ‘άχρηστα’, ακριβώς διότι θα εστιάζουν στα ουσιώδη της ζωής, πέρα από τις αναπόδραστες βιοτικές μας ανάγκες. Ο ελεύθερος χρόνος από ευκαιρία για διασκέδαση και καταναλωτισμό θα μπορούσε να στραφεί και πάλι στην καλλιέργεια του θεωρητικού βίου. Η κλήση ‘σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός’ απευθύνεται και σ’ εμάς.
1 Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται στη μελέτη του Andrew Louth, ‘Theology, Contemplation, and the University’ στο Selected Essays, II Studies in Theology (Οξφόρδη: Oxford University Press, 2023).
Πηγή: π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, Περιοδικό "Εφημέριος"
