Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ φυλακὴ Ἀϊούντ
-Πάτερ Δημήτριε, πῶς ἐξομολογούσατε τοὺς φυλακισμένους στὴ φυλακὴ τοῦ Ἀϊούντ;
-Πολὺ εὔκολα. Τοὺς ἐξομολογοῦσα στὸ κελί τους ἢ ἀπὸ τὸν τοῖχο. Ἂν καθόμουν μὲ τὸ στόμα στὸν τοῖχο, μὲ ἄκουγε πολὺ καλά.
-Πῶς ἐξομολογούσατε διὰ μέσου τοῦ τοίχου;
-Πρῶτα ἔβαζα ἐγὼ τὸ αὐτὶ στὸν τοῖχο καὶ ἄκουγα τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν. Μετὰ ἔβαζαν αὐτοὶ τὸ αὐτὶ στὸν τοῖχο καὶ τοὺς ἔδινα συμβουλές.
-Τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ, πῶς τὴν διαβάζατε;
-Πάλι μέσῳ τοῦ τοίχου. Μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦταν στὸ κελὶ μου ἔκανα τὴν κανονικὴ ἐξομολόγηση.
-Ἐξομολογήσατε πολλοὺς διὰ μέσου τοῦ τοίχου;
-Ἑκατοντάδες.
-Εἴχατε Θεία Κοινωνία στὴν φυλακή;
-Ναί. Ἕνας ἱερέας ἀπὸ τὴν πόλη μᾶς τὴν ἔστελνε. Μοῦ τὴν ἔφερνε ἕνας ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος πρὶν ἦταν ψάλτης στὴν ἐκκλησία. Τὴν κρατοῦσα κρυμμένη στὸν γιακᾶ τοῦ πουκαμίσου καὶ, ὅταν ἤμουν προετοιμασμένος, κοινωνοῦσα. Καὶ ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς κρατουμένους ἦταν ἄρρωστος ἢ ἑτοιμοθάνατος, τὸν ἐξομολογοῦσα καὶ τὸν κοινωνοῦσα κρυφὰ καὶ ἔτσι ἔφευγε στὸν Χριστό. Πάντα εἶχα Θεία Κοινωνία. Ὅταν γύρισα σπίτι, μὲ αὐτὴ τὴν Κοινωνία κοινώνησα.
-Καὶ ὁ ἀστυνόμος ἤθελε νὰ σᾶς φέρει τὴν Θεία Κοινωνία;
-Μά, ἦταν χριστιανός! Σὲ μάλωνε, σὲ χτυποῦσε μὲ τὸ παλούκι, ὅμως σὲ ἐξυπηρετοῦσε. Ἔκαναν καὶ αὐτοὶ, ὅτι μποροῦσαν. Μόνο ποὺ ἐμεῖς δὲν μπορούσαμε νὰ τὸ ἀνταποδώσουμε μὲ κανένα τρόπο.
-Ἀκούγατε τὶς καμπάνες νὰ χτυποῦν;
-Ναί. Ἤμασταν σὲ ἀπόσταση μόνο 500 μέτρων ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ οἱ καμπάνες χτυποῦσαν εὐθεῖα στὴν φυλακή. Ἦταν τόσο καλὰ ἐναρμονισμένες, ποὺ ἔκλαιγες. Μᾶς ἀνήγγειλαν ὅλες τὶς ἀκολουθίες. Καὶ τὸ Πάσχα τὸ ἑορτάσαμε ὡραῖα. Αὐτὸς ὁ ἱερέας μᾶς ἔστελνε κόκκινα αὐγὰ καὶ τσουρέκι τὸ Πάσχα. Ὁ Θεὸς νὰ τοῦ τὰ ἀνταποδώσει! Ἀκοῦστε, πῶς ἑορτάζαμε ἐμεῖς τὸ Πάσχα! Ὅταν ὅλοι οἱ φυλακισμένοι ἔψαλλαν τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη”, οἱ ἀστυνόμοι μᾶς ἔβριζαν, μᾶς χτυποῦσαν μὲ τὰ παλούκια, ὅμως ἐμεῖς συνεχίζαμε νὰ ψάλλουμε! Ἐκεῖ ἔζησα πιὸ ἔντονα τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως! Ἐκεῖ καὶ στὴ φυλακὴ Ὀράνκι!
-Γιατί σᾶς χτυποῦσαν;
-Ὁ διευθυντὴς τοὺς διέταζε: “Χτυπῆστε τους! Δὲν βλέπετε, ὅτι εἶναι χριστιανοί;”. Ἔλεγε μιὰ κουβέντα: “Σκοτῶστε τους μὲ τὴ δική μου εὐθύνη”. Καὶ στὴ Ζιλάβα μᾶς χτυποῦσαν, ὅμως στὸ Ἀϊοὺντ μᾶς χτυποῦσαν συστηματικά. Τὰ χτυπήματα ὅμως δὲν ἦταν τόσο δυνατά, ἐκτὸς ἀπὸ δύο κρατητήρια. Τὸν χειμῶνα, σὲ ἔβαζαν στὴν τουαλέτα, χωρὶς παράθυρα, μόνο μὲ ἐσώρουχα, 10-15 ἡμέρες. Πέθαινες ἀπὸ κρύο. Τὸ καλοκαίρι σὲ βάζανε σὲ κρατητήριο χωρὶς φῶς, ὅπου ἔκαιγαν ἀπορρίμματα ἀπὸ τὸ ξυλουργεῖο. Ψηνόσουν, πέθαινες χωρὶς ἀέρα! Τρομερὴ βαρβαρότητα. Ξεπέρασαν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Σιβηρία. Ἄκουσα, ὅτι ἔριχναν νερὸ πάνω σὲ κάποιους ἐπισκόπους, ὅταν ἔξω εἶχε μεῖον 50 βαθμούς, καὶ γίνονταν τεμάχια πάγου. Καὶ στὸ Ἀϊοὺντ τὸ ἔκαναν αὐτό, στὸ κρατητήριο. Ἔριξαν νερὸ πάνω τους καὶ πέθαιναν σύσπαστοι. Δὲν μπορούσαμε νὰ ξέρουμε, πόσοι πέθαναν στὸ Ἀϊούντ. Δὲν κρατοῦσαν καθόλου κατάστιχα.
-Νομίζω, ὅτι δὲν ἦταν ἕνας πόλεμος κατὰ τῶν Ρουμάνων ἀλλὰ κατὰ τῶν χριστιανῶν.
-Ναί. Φανερά. Οἱ πιὸ καταδιωγμένοι ἤμασταν ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ἱερεῖς.
-Ἤσασταν πολλοὶ στὰ ἀπομονωτήρια στὸ Ἀϊούντ;
-Ναί, 200. Συνολικὰ στὴν φυλακὴ τοῦ Ἀϊοὺντ ἤμασταν περίπου δέκα χιλιάδες κρατούμενοι. Ἐμεῖς δὲν δεχτήκαμε τὴν ἀναμόρφωση. Τοὺς εἴπαμε, ὅτι παραμένουμε, ὅπως εἴμαστε. Μᾶς τιμώρησαν ἀλλὰ δὲν εἶμαι θυμωμένος. Μᾶς ἔδιναν μισὴ μερίδα φαγητοῦ. Ἤμασταν μαθημένοι μὲ αὐτὲς τὶς ἀθλιότητες. Ἐμεῖς ἤμασταν οἱ τελευταῖοι πέντε, ποὺ βγήκαμε ἀπὸ τὴν φυλακὴ στὶς 22 Αὐγούστου τοῦ 1964.
-Τελευταῖοι πέντε;
-Εἶναι ὁ πάτερ Ἰωάννης, ὁ ἱερέας Δημήτριος Μπεζάν, ἕνας καθηγητὴς ἀπὸ τὸ Ἰάσιο, Σιμιονέσκου, πολὺ καλὸς χριστιανὸς καὶ δύο ἀγρότες, πολὺ καλοί, πολὺ καλοί! Νομίζω, ὅτι ὁ καλύτερος ἄνθρωπος ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακὴ τοῦ Ἀϊοὺντ ἦταν ἕνας ἀγρότης, ὁ Θεόδωρος Ποπέσκου, ἕνας πραγματικὸς ἅγιος. Ὑπέφερε πολὺ ἀλλὰ ποτὲ δὲν διαμαρτυρήθηκε! Ἐγὼ διαμαρτυρόμουν ποὺ καὶ πού, ἀναζητοῦσα ἀκόμη τὴν δικαιοσύνη.
-Μπορεῖτε νὰ κάνετε τὴ νοερὴ προσευχή;
-Ναί, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἀπέκτησα στὴ φυλακή. Τώρα τὴν κάνω ἰδίως τὴ νύχτα, ὅταν εἶμαι μόνος μὲ τὸν Θεό.
