Πῶς θὰ δεῖ τὸν Θεὸ στὰ λόγια μου
ἐκεῖνος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ
στὴ φύση καὶ στὴ ζωή;
Πῶς οἱ ἀδύναμες ἀνθρώπινες λέξεις
μποροῦν νὰ πείσουν ἐκεῖνον, ποὺ οὔτε
οἱ κεραυνοὶ δὲν εἶναι σὲ θέσει νὰ
πείσουν; Πῶς θὰ ζεσταθεῖ μὲ μία σπίθα
ἐκεῖνος, ποὺ ἄφησε τὴ φωτιὰ πίσω του;
Ὁ Θεὸς θὰ ὑπάρχει, φωτεινὸς καὶ
μεγάλος, ὅπως καὶ σήμερα καὶ τότε, ποὺ
οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου μάταια θὰ
ἀναζητοῦν ἕνα ἀνθρώπινο πλάσμα στὴ
γῆ καὶ ἀντὶ ζωντανῶν θὰ ζεσταίνουν
μόνον τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν…
Δὲν σιωπᾶ ὁ Θεὸς, ἀδελφοί μου, ἀλλὰ
μιλᾶ δυνατότερα ἀπὸ ὅλες τὶς θύελλες
καὶ τοὺς κεραυνούς. Δὲν ἐγκαταλείπει
ὁ Θεὸς τὸν δίκαιο, ἀλλὰ τὸν παρακολουθεῖ
στὰ παθήματά του καὶ ἁπαλὰ τὸν ὁδηγεῖ
στὸν θρόνο.