7/5/2026, Μεσοπεντηκοστή, π. Ζαχαρίας Ζαχάρου

 Μεσοπεντηκοστή


Μικρὸ μὲν πράγμα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ γεμίσει. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁ τόπος ὅπου ἡ αἰώνια ἡμέρα διαυγάζει καὶ Φωσφόρος ἀνέσπερος ἀνατέλλει. Ὅταν χαράξει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου στὴν καρδιά, τότε ὁ «ὄντως ἄνθρωπος» ἀρχίζει καινούργια ζωή· «ἐξέρχεται ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας».

Ὅλες οἱ Γραφές, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς καὶ τὴν Ἀποκάλυψη κάνουν λόγο γιὰ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου, γιὰ τὴ δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν Θεό, ἡ ὁποία κατασβήνει μόνο μὲ τὴ δωρεά Του. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ γνώριζε νὰ ἀνάγει τὴ δίψα του ἀπὸ τὸ βιοτικὸ στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Τὴ φυσικὴ δίψα του στὴν ἔρημο τὴ μετέτρεπε σὲ δίψα τῆς ψυχῆς «πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα»[.Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Ἰσραὴλ ἀναφέρονταν στὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς «μετ’ εὐφροσύνης» θὰ ἀντλοῦσε ὕδωρ «ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου». Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε τὸ μεσσιανικὸ νερό, δηλαδὴ τὴν εὐδαιμονία μέσα στὴν εὐλογημένη καὶ ὑπεράγαθη Βασιλεία Του, μὲ τοὺς λόγους: «Ἐὰν τὶς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω». Ἡ συμπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν εἶναι ὁ Ἴδιος, τὸ Ἀρνίον, ποὺ «ποιμαίνει» τοὺς ἐκλεκτούς Του «καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».

Τὸ τροπάριο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἀποδίδει πολὺ ὄμορφά τὸ νόημα αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἐκφράζει τέλεια τὸν πόνο καὶ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς, ποὺ ἂν καὶ βάλλεται πανταχόθεν ἀπὸ τὴν ἀκηδία ποὺ πολεμάει τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου, ὡστόσο, στρέφεται μὲ ὅλη τὴν ἔφεσή της πρὸς τὸν Κύριο, ἐκζητώντας τὴν κραταιὰ βοήθειά Του, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἐπαξίως νὰ ὑμνεῖ τὸν Κύριο.

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διψῶσάν μου τὴν ψυχήν, εὐσεβείας πότισον νάματα·

 ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

 Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι κάτι τὸ οὐδέτερο. Ἐπαγγέλεται τίποτε λιγότερο ἀπὸ τὴν ἕνωση τοῦ χοϊκοῦ καὶ πεπερασμένου ἀνθρώπου μὲ τὸν ἄπειρο Θεό. Πολὺ θὰ ὠφελούμασταν, ἂν κάναμε δική μας, προσωπικὴ προσευχὴ λόγους σὰν τοὺς παραπάνω ἤ ἄν, ὡς προετοιμασία γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Πεντηκοστὴ θεοπρεπῶς, διαβάζαμε καθημερινὰ ἀργὰ καὶ προσεκτικὰ τὸν Ἄμωμο, ἀφήνοντας τὰ νοήματά του νὰ διαπεράσουν τὸ εἶναι μας. Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς ἐκφράζει καὶ καλλιεργεῖ τὴν ἀκόρεστη δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Ἅγιο τῶν Ἁγίων, καθὼς βάζει σὲ λόγια τὴν ἐξομολόγηση τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ«ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι»· τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ νὰ μεταβεῖ ἀπὸ «τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα», ἀπὸ αὐτὴ τὴν παροδικὴ καὶ μάταιη ζωή, στὴν αἰώνια καὶ πλούσια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ παραμένει ἡ προσδοκία γιὰ τὸ χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς σταθερὴ καὶ αὐξανόμενη, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ φέρει συνεχῶς στὸν νοῦ του τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν ἀναμένει. Πρέπει νὰ μὴν ἀποκάμνει στὴν προσευχὴ νὰ καταξιωθεῖ «σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν μεγάλη ἔμπνευση, διότι προσδοκοῦσαν τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἐρχομὸς Του ἦταν γι’ αὐτοὺς ἐπικείμενος ἀνὰ πάσα στιγμή. Γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχονταν: «Ἐλθέτω χάρις καὶ παρελθέτω ὁ κόσμος οὗτος». Ἤξεραν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶχαν τέτοιο πόθο γιὰ τὸν ἐρχομό της, ποὺ τέλειωναν τὴν προσευχὴ τοὺς λέγοντας, «μαρὰν ἀθά», «ἔρχου, Κύριε». Δὲν περίμεναν παθητικά, μὲ ἀδράνεια, ἀλλὰ Τὸν καλοῦσαν νὰ ἔλθει ταχέως. Καὶ ὄχι μόνο Τὸν καλοῦσαν, ἀλλὰ «ἔσπευδον πρὸς τὴν ἡμέραν τοῦ Θεοῦ», ἔτρεχαν πρὸς τὸν Κύριο, ἐπισπεύδοντες τὴν παρουσία Του. Ἡ προσμονή τους γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο δυνατή, ποὺ ἐπισκίαζε τὰ πάντα καὶ τοὺς ἐνέδυε μὲ τὴν τόλμη νὰ ὁδηγοῦνται μὲ θάρρος ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο. Μὲ τὰ αἵματα αὐτῶν τῶν Μαρτύρων καὶ τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων, χάρη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς μεσιτεῖες τους, στερεώθηκε καὶ διατηρήθηκε ἡ πίστη πάνω στὴ γῆ.

Ἃς προετοιμαστοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὴ μεγάλη καὶ τελευταία ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Καὶ σὲ ἐμᾶς θὰ ἐξαποστείλει τὰ δόματα τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὅπως λέει ὁ Ἴδιος στὸ Εὐαγγέλιό Του: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσω μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει Πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτὸν», ὥστε νὰ τοὺς ὁδηγήσει «ἐν γῆ εὐθεία». Μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἄψευστο λόγο Του ὡς «ἄγκυραν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν», ἄς παραδοθοῦμε στὸν συσσεισμὸ τῆς ἐνέργειας τοῦ Πνεύματός Του καὶ ἃς ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ὥστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο νὰ δεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸ «φλογίζον καὶ ὑετίζον» χάρισμα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ μας, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς μεταβιβάσει ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἀπατηλὰ στὰ αἰώνια καὶ ἀληθινά. Τότε θὰ γνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Καὶ γιὰ ἐμᾶς ἔχει ἑτοιμάσει μεγάλη κληρονομιά, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Σὲ ἐμᾶς ἡ ἐπαγγελία, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἀμήν». 

 


Πηγή: π. Ζαχαρίας Ζαχάρου, imaik.gr